Ευτοπία στην επικράτεια του Εφήμερου

στις

Ζούμε στην επικράτεια του εφήμερου, στη δικτατορία της «φυλής των εφήμερων ανθρώπων» που έλεγε και ο Έβολα.

Τα πάντα γύρω μας έχουν την αίσθηση του «καθημερινού», του πεπερασμένου, του αναλώσιμου. Όπως η ανάγνωση μιας εφημερίδας που πρέπει να προλάβουμε να τελειώσουμε σήμερα, διότι πολύ απλά, αύριο δε θα είναι χρηστική… Όλοι ζούμε εντός της «επικράτειας» αυτής. Όλοι κατά καιρούς έχουμε υπάρξει ή υπάρχουμε ως «εφήμεροι», γι’ αυτό πέρα από την όποια κριτική, απαραίτητη -κι ας είν’ επώδυνη- και η αυτοκριτική…

Εφήμερο είναι η αποθέωση της «στιγμής», του παρόντος, της καθημερινότητας. Είναι η κυρίαρχη, στις δυτικές κοινωνίες, κουλτούρα της σύμβασης και της συναλλαγής. Της χρηστικότητας, του λογικού υπολογισμού, της χυδαίας σημιτικής αντίληψης ότι: «ο χρόνος είναι χρήμα» και «όπου γης και πατρίς». Είναι το «αυτονόητο» του ωφελιμισμού που πέρα από τη δουλειά και τη διασκέδαση κατακλύζει και τις ανθρώπινες σχέσεις. Απουσιάζει η χαρά της άδολης συνεύρεσης, η βιωματική εμπειρία της σύναξης, η ανιδιοτέλεια της δωρεάς, η πεποίθηση ότι δεν είμαστε μόνον «συγκαιρινοί», πως τα λόγια μας είναι «παιδιά» πολλών ανθρώπων.

Το Εφήμερο φοβάται τις αληθινές, μη κατασκευασμένες, Αξίες. Εκείνες δίχως ημερομηνία λήξης. Η Διαχρονία είναι η μόνη αναγνωρίσιμη απειλή. Όλοι οι διαχειριστές του σύγχρονου καιρού (πολιτικοί, εκδότες, δημοσιογράφοι, διανοητές…) προσπαθούν να μας πείσουν ότι τίποτε δε διαρκεί, διότι, πολύ απλά, τίποτε δεν είναι προορισμένο να διαρκέσει. Τα πάντα είναι «σχετικά και γι’ αυτό ανεκτά», τα πάντα υπάρχουν σήμερα για να αντικατασταθούν αύριο, όπως οι διανοούμενοι του συρμού και τα βιβλία τους που γίνονται best seller για να πεταχτούν την επομένη μαζί με τις εφημερίδες και τα life style περιοδικά. Στην Ελλάδα του Εφήμερου, η οποία δεν είναι καν δυτική, αλλά εκδυτισμένη (κάτι πολύ χειρότερο, πρόστυχο και υβριδικό), όχι μόνον η δουλειά, η διασκέδαση και οι σχέσεις, αλλά όπως πολύ όμορφα έγραψε κάποιος, «ακόμα και η απόγνωση δεν κοινωνείται».

Σε αντίθεση με τις εξεγέρσεις της Τυνησίας και της Αιγύπτου, (λαών που δεν είναι καν φυλετικά ομοιογενείς), εξεγέρσεις αληθινές, παλλαϊκές, στις οποίες οι Εθνικές Σημαίες ενσάρκωσαν την υπαρκτή διάθεση ατομικής αυθυπέρβασης και συλλογικότητας, την ετοιμότητα της θυσίας, στη δική μας περίπτωση η συλλογική απόγνωση και αγανάκτηση ανέδειξε μόνο την ξεκομμένη ατομικότητα. Ένα τυχαίο ανθρωπομάζωμα, ένα άθροισμα ατόμων, που με δίκαιη οργή και αληθινά αιτήματα βρέθηκαν «όλοι μαζί εκεί», αλλά «καθένας μόνος». Ο καθένας για τους δικούς του και μόνον ιδιαίτερους λόγους και σκοπούς. Ένα ποσοτικό άθροισμα απελπισμένων, όχι ένα ποιοτικό οργανικό σύνολο, που καθώς απειλούνταν η ατομική του ασφάλεια, (όπως και οι μέχρι τότε χρήσιμες αυταπάτες) κινήθηκε με το ένστικτο της απελπισμένης ατομικότητας.

Το Εφήμερο οικοδομεί τον δικό του «χώρο», τη δική του «πολιτεία», τη μεγαλούπολη των ηλιθίων. Ένα χαοτικό συγκρότημα απρόσωπων κτιρίων, διαδρόμων, διαύλων και δικτύων, όπου καθημερινά ρέει ένας αηδιαστικός, άοσμος και άχρωμος, ανθρώπινος πολτός. Εκεί όπου η μεγέθυνση (ανύπαρκτων ποιοτικά μεγεθών) και η υπερβολή υποκαθιστούν την ανάγκη της ταυτότητας (είναι άραγε τυχαίο που οι ουρανοξύστες είναι το σήμα κατατεθέν των δυστοπικών αμερικανικών μεγαλουπόλεων;).

Σ’ έναν τέτοιο χώρο το Εφήμερο δεν αισθάνεται απλώς ασφαλές, αλλά και παντοδύναμο. Εκεί είναι που βασιλεύουν οι «κουρασμένοι» και παραδομένοι σύγχρονοι άνθρωποι. Αυτοί για τους οποίους ο Ιωνάς Δραγούμης έγραψε, στο «Όσοι Ζωντανοί», τα κάτωθι:

«Οι κουρασμένοι κάνουν κοινωνίες εβραίικες με μόνο σκοπό τη γενική αλληλοβοήθεια, οι κουρασμένοι, που δεν έχουν πια ορμές, παρά μόνο γούστα, οι κουρασμένοι, που μόνο τη ζωούλα τους κοιτάζουν, που αλτρουίζουν μόνο για να υπηρετήσουν καλλίτερα το μικροσυμφέρον τους, οι κουρασμένοι, που βαστιούνται από τα χέρια σε μιαν αλληλεγγύη, γιατί φοβούνται να περπατήσουν μοναχοί τους, μην τύχη και κοπιάσουν πάρα πολύ, οι κουρασμένοι, που το στρατιωτικό γι’ αυτούς είναι βάσανο, γιατί δεν υπηρετεί τη ζωούλα τους, οι κουρασμένοι, που εχθρούς δεν έχουν».

Σε λίγο καιρό όλοι, εκόντες άκοντες, θα ζούμε σε μεγαλουπόλεις. Και μεγαλούπολη, πέραν της χαοτικότητας -της ανθρωπόμορφης ποντικοδρομίας των δικτύων- σημαίνει πολυπολιτισμικότητα. Το νέο political correct ιδεολόγημα των εξουσιαστών και των χρήσιμων ηλιθίων που πλέον περισσεύουν.

Σημαίνει συνύπαρξη πολλών παράλληλων, εφήμερων, κοινωνιών που δεν θα συγκροτούν κοινότητα Αξιών και Πεπρωμένου. Αναγκαστική συγκατοίκηση ανθρωπομαζωμάτων που θα λειτουργούν μεταξύ τους ανταγωνιστικά είτε ως lobby στο Κυβερνείο, είτε ως δυστοπικά γκέτο, όπου οι διαχειριστές τους θα επιβάλλουν δυναμικά την παρουσία και προστασία τους (Αφροέλληνες εναντίον ελληνοΑσιατών).

Πολυπολιτισμική κοινωνία είναι το αντίθετο της πολιτισμένης κοινωνίας, είναι η επιβεβαίωση της άριζης ατομικότητας. Μεγαλόπολη σημαίνει δυστοπία, δηλαδή βίωση της ασχήμιας ως μοναδικής πραγματικότητας. Τον δύσμορφο τόπο ως μοναδικό υπαρκτό χώρο. Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τους πρωτοπόρους της επιστημονικής φαντασίας, σήμερα όμως είναι ένας όρος απόλυτα πολιτικός, δηλαδή υπαρκτός, που παράγει άμεσα αποτελέσματα.

Η δυστοπία θα είναι η πραγματικότητα, εντός της οποίας, όλοι ώριμα οφείλουμε να συμπεριφερόμαστε και να αποδεχόμαστε τα όποια τετελεσμένα ως δεδομένα. Η δυστοπία θα σηματοδοτεί το αιώνιο σήμερα, εν απουσία του αύριο.

Και η αντίδραση; Α, ναι. Η «αντίδραση» έρχεται σχεδόν μηχανικά. Μηχανικά και προβλέψιμα. Η δυστοπική μεγαλούπολη είναι ο κατάλληλος χώρος για να φωλιάσουν οι όποιες «ουτοπίες», ως εναλλακτικότητα (με ή χωρίς εισαγωγικά), αλλά και ως φυγή, ως ατομικό ή μικρο-ομαδικό καταφύγιο, ως οπιούχα συνήθεια σε χασισοποτείο.

Μήπως ως «ουτοπικές αντιδράσεις» δεν λειτουργούν και οι παραθρησκευτικές οργανώσεις και οι πολιτικές σέχτες που φαντασιώνονται ότι συνιστούν πολιτικά κινήματα; Να είμαστε προσεκτικοί απέναντι στην έννοια «ουτοπία», πολλές φορές προσφέρεται αφειδώς ως ανώδυνη εκτόνωση. Επαναλαμβάνω: να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στην «ουτοπία» και όταν δεν λειτουργεί ευνουχιστικά, δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στην επανεύρεση του απολεσθέντος παραδείσου, αντιθέτως πολλές φορές στρώνει το δρόμο προς την κόλαση. Μήπως η Καμπότζη δεν μετατράπηκε σε ένα απέραντο σφαγείο απ’ τον κομμουνιστή χασάπη Πολ Ποτ και τους «Ερυθρούς Χμερ» στο κυνήγι της ουτοπίας της αγροτικής κολεκτίβας;

Η Ουτοπία είναι απαραίτητη, ναι! Αλλά ως διεγερτικό, ως δείκτης για την Ευτοπία, όχι ως νεφελοκοκκυγία. Απέναντι στο δυστοπικό σήμερα, απέναντι στο παντοδύναμο Εφήμερο η απάντηση δεν είναι «ου τόπος», αλλά «ευ τόπος». Η Ευτοπία!

Να λειτουργούμε μέσα στο Εφήμερο και να είμαστε διαφορετικοί. Όχι απλώς να είμαστε «διαφορετικοί», αλλά να οικοδομούμε τη διαφορά ως υπαρκτό, μετρήσιμο γεγονός. Να οικοδομούμε όμορφους τόπους μέσα στο δυστοπικό περιβάλλον. Και αυτοί οι όμορφοι τόποι να μη λειτουργούν (μόνο) ως αποκομμένες νησίδες σε μια σκοτεινή άβυσσο, αλλά ως υπαρκτή, συνολική πρόταση για ολόκληρη την κοινωνία. Να επανασχεδιάσουμε τα σύμβολα και τα χρώματά μας, να αποκοπούμε από ομφάλιους λώρους που πλέον δεν μας τροφοδοτούν με τίποτα το ζωτικό. Να προτείνουμε την εναλλακτικότητα, ως υπαρκτό γεγονός. Από τη διατροφή και τη διασκέδαση, την τέχνη και τις εκδόσεις μέχρι το πως πρέπει να καλλιεργείται η γη και ποιά πρέπει να είναι η σχέση οικιστικού-πολιτισμικού-φυσικού περιβάλλοντος. Να προτείνουμε τον εθνοκοινοτισμό όχι ως άσαρκο ιδεολόγημα, αλλά ως βιωμένη εμπειρία σ’ έναν κόσμο που τρέφεται με ιδεολογήματα, ως εναλλακτική πρόταση απέναντι στους απονευρωμένους τεχνοκράτες και στους πολιτικούς που δρουν ως ατζέντηδες των υπερεργολάβων και των τραπεζιτών.

Να οικοδομούμε τις δικές μας Παράλληλες Δομές και κοινότητες, αλλά να μην αφήνουμε τους μαζικούς χώρους, είτε αυτοί είναι ο συνδικαλισμός (ιδιαίτερα ο αγροτοσυνδικαλισμός), είτε η τοπική αυτοδιοίκηση στην αποκλειστικότητα άλλων. Να ενώνονται οι «νησίδες» μας και να δημιουργούν «ήπειρο». Να είμαστε «εντός, εκτός και επί τα αυτά». Πρέπει να αναγκάσουμε την Ιστορία ν’ ασχοληθεί με ‘μας. Η πολιτικοποίηση της Ευτοπίας είναι, λοιπόν, το νέο στοίχημα! Δύσκολο; Οπωσδήποτε. Αλλά ποιος είπε πως ζούμε σε εύκολους καιρούς;

Κείμενο από το «μακρινό» 2011 στον απόηχο των «αγανακτισμένων». Ζωτικότης, πνευματικότης, θέληση για αγώνα και δημιουργία. Που πήγαν άραγε εκείνες οι καρδιές κι εκείνα τα ονείρατα;

Δείτε επίσης:

Το θαύμα του Καπιταλισμού!

Όσα κείμενα και αναλύσεις κι αν γραφούν, κανένα τους δεν θα μπορέσει να σκιαγραφήσει το μεγαλείο του Καπιταλισμού καλύτερα απ’ ότι ένα βίντεο ή μια φωτογραφία. Γι’ αυτό σήμερα θα απολαύσουμε οπτικά το «θαύμα» του Καπιταλισμού μέσα από μια…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s